Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2025

ΒΡΕΧΕΙ ΣΤΗ ΦΤΩΧΟΓΕΙΤΟΝΙΑ

 




Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Μικρά κι ανήλιαγα στενά και σπίτια χαμηλά μου βρέχει στη φτωχογειτονιά βρέχει και στη καρδιά μου (Δίς) Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά ω π' άναψες το καημό μου είσαι μικρός και δεν χωράς τον αναστεναγμό μου (Δίς) Οι συμφορές αμέτρητες δεν έχει ο κόσμος άλλες φεύγουν οι μέρες μου βαριά σαν τις βροχής τις στάλες (Δίς) Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά ω π' άναψες το καημό μου είσαι μικρός και δεν χωράς τον αναστεναγμό μου(Δίς)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ

 

ΔΙΛΗΜΜΑ;

Η γοητεία της παραφροσύνης
είναι ευθέως ανάλογη
του φόβου της λογικής.
Αμφότερα οδηγούν σε αδιέξοδο
αλλά μόνον το ένα από τα δύο
τελικά θα σε σκοτώσει.



ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΑ


Ζω

λόγω κεκτημένης ταχύτητας

του προσδόκιμου

το οποίο κάθε στιγμή μπορεί ν΄ ανατραπεί

λόγω εξαιρετικών συνθηκών

– ιών, λοιμών, σεισμών, καταποντισμών –

και να βρεθώ εκών/άκων

στο έλεος της στατιστικής

των αρνητικών προγνώσεων.

 

 

 

ΕΜ-ΒΟΛΙ-(Μ)ΟΝ


Θέλω να κάνω ένα εμβόλιο

 που θ’ αρχίσει να δρα

 δέκα λεπτά μετά τον θάνατόν μου,

 ώστε να μην πάρω μαζί μου

 και στον άλλο κόσμο

 τις ψεύτικες αγάπες

 τους άσπονδους φίλους

 τις απραγματοποίητες υποσχέσεις των άλλων

 και τους δικούς μου νεανικούς όρκους

 αιώνιας πίστης.






Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2025

Κώστας Βάρναλης

 


 

ΤΑ ΜΟΥΝΑΚΙΑ

Μουνάκια φλογισμένα σαν τα ρόδα

Σαν του νεοφούρνιστου ψωμιού τη θραψερή ζεστοβολιά

Μες τα τρεμόπαχα μεριά σας

που ονειρεύεστε νυχτιές οργιακές

Παρθενικά μουνάκια!

αργοσαλεύουν τα χειλάκια

τα χνουδωτά!

Σαν γαρούφαλλων ανεμόσειστα φυλλάκια

Σαν στοματάκια διψασμένα

από ποια δίψα;

Και κάπου-κάπου αργοκυλά

στων διακαμένων σας χειλιών την άκρη

της βαρβατίλας καβλομύριστο ένα δάκρυ!


Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2025

ΤΖΙΟΚΟΝΤΑ ΜΠΕΛΙ

 

. Εγώ που σ’ αγαπώ (Yo, la que te quiere)

Εγώ είμαι η αδάμαστη γαζέλα σου,
ο κεραυνός που σχίζει το φως στο στήθος σου
Εγώ είμαι ο άνεμος ο ανήμερος στο βουνό
και η κάψα η πυκνωμένη της φωτιάς του πεύκου.
Εγώ τις νύχτες σου θερμαίνω,
ανάβοντας ηφαίστεια στα δυο μου χέρια,
μουσκεύοντας τα μάτια σου με τον καπνό των κρατήρων μου.
Εγώ ήρθα σε σένα ντυμένη την βροχή και την μνήμη,
γελώντας το γέλιο το αναλοίωτο των χρόνων.
Εγώ ο δρόμος ο ανεξερεύνητος,
το φως που διαλύει τα σκοτάδια.
Εγώ αστέρια αποθέτω ανάμεσα στη σάρκα τη δική σου και δική μου
και σε διατρέχω ολόκληρο,
δρομάκι το δρομάκι,
με την αγάπη μου ανυπόδητη,
και το φόβο μου ανένδυτο.
Εγώ είμαι ένα όνομα που τραγουδά και το ερωτεύεσαι
από την άλλη την πλευρά του φεγγαριού,
είμαι η προέκταση του χαμόγελου και του κορμιού σου όλου.
Εγώ είμαι κάτι που αυξάνει,
κάτι που γελάει και κλαίει.
Εγώ,
που σ’ αγαπώ.

Ανν Σέξτον

 


ΟΤΑΝ Ο ΑΝΤΡΑΣ ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ
(WHEN MAN ENTERS WOMAN)

Όταν ο άντρας,
Μπαίνει στη γυναίκα,
Σαν τον αφρό των κυμάτων
Που διεισδύει στην ακτή,
Ξανά και ξανά,
Κι η γυναίκα ανοίγει
Το στόμα της μ’ ευχαρίστηση
Και τα δόντια της λάμπουν
Σαν το αλφάβητο,
Ο Λόγος του Θεού εμφανίζεται
Μαδώντας ένα άστρο,
Και ο άντρας
Μέσα στη γυναίκα
Δένει ένα κόμπο
Έτσι που να μην είναι
Ποτέ ξανά χωριστά
Κι η γυναίκα
Σκαρφαλώνει σ’ ένα λουλούδι
Και καταπίνει το μίσχο του
Κι ο Λόγος του Θεού εμφανίζεται
Και ξαμολάει τα ποτάμια τους.

Αυτός ο άντρας,
Αυτή η γυναίκα,
Με τη διπλή τους πείνα,
Προσπάθησαν να περάσουν
Μες απ’ το παραπέτασμα του Θεού
Και σύντομα το έκαναν,
Παρόλο που ο Θεός
Μέσα στη διαστρέβλωσή του
Λύνει τον κόμπο.


Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2025

Άννα Ιωαννίδου

 


Δε με ξέρεις καλά

                                          

Γι’ αυτό σου λέω
μη βιαστείς να κάνεις υποθέσεις,
να κρίνεις, να συνδέσεις,
να καταλήξεις.
Τη διάγνωσή σου φύλαξέ την στο συρτάρι
κατά πάσα πιθανότητα θα στην ανατρέψω.
Ούτε την ανάλυσή σου ζητάω

εξάλλου, την αλήθεια μου, δε στην έδωσα
ακόμη την ψάχνω.

Ούτε κι εγώ με ξέρω καλά.

Μπορείς απλά να με ακούσεις;
Μπορείς
απλά
να με ακούς;


ΤΖΙΟΚΟΝΤΑ ΜΠΕΛΙ (GIOCONDA BELLI )

 


1. Διατρέχοντάς σε (Recorriéndote)

Θέλω τη σάρκα σου να δαγκώνω,
σάρκα αλμυρή και όλο ρώμη,
ξεκινώντας απ´τα όμορφα τα μπράτσα σου,
ίδια με κλαδιά ερυθρίνας,
να συνεχίζω προς το στήθος αυτό που τα όνειρά μου τ’ ονειρεύονται
αυτό το στήθος-σπηλιά όπου το πρόσωπό μου κρύβω
ανασκαλεύοντας την τρυφεράδα,
αυτό το στήθος που τύμπανα αντηχεί και ζωή συνεχή.
Εκεί για κάμποσο να μένω
μπλέκοντας τα χέρια μου
στο δασάκι αυτό από θάμνους που βλασταίνουν,
απαλό και μαύρο κάτω απ’ το γυμνό μου δέρμα,
να συνεχίζω ύστερα στον αφαλό
προς το κέντρο εκείνο απ’ όπου ξεκινάς να γαργαλιέσαι,
και ολοένα να σε δαγκώνω, να σε φιλώ,
ώσπου εκεί να φτάνω,
στο μικρό εκείνο μέρος
-κρυφό και μυστικό-
που χαίρεται στην παρουσία μου
που προχωρά για να μ’ υποδεχτεί
και προς εμένα προελαύνει
με όλην του τη δύναμη την πυρωμένη, ανδρική.
Ύστερα στα πόδια σου να κατεβαίνω
στέρεα σαν τις πεποιθήσεις σου τις αντάρτισσες,
τα πόδια αυτά που το ανάστημά σου ορθώνουν
που σε φέρνουνε σε μένα
και εμένα συγκρατούν,
που τα πλέκεις τη νύχτα στα δικά μου
τα απαλά και θηλυκά.
Τα πέλματά σου να φιλώ, έρωτά μου,
που τόσο, δίχως μου, τους μένει να διαβούν
και πάλι πίσω ν’ ανεβαίνω, σκαλί το σκαλί,
ώσπου τα χείλη να πιέζω στα δικά σου,
ώσπου όλη να γεμίζω απ’ το σάλιο, την ανάσα τη δική σου,
ώσπου μέσα μου να εισβάλλεις
με τη δύναμη του ιλίγγου
και με το πήγαινε να με κατακλύζεις και το έλα σου
σαν θάλασσα ανήμερη,
ώσπου ν’ απομένουμε οι δυο μας ιδρωμένοι τεντωμένοι
στων σεντονιών πάνω την άμμο.