NOCTURNE – SECRET
GARDEN (Norway 1995 – Eurovision Song )
Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2025
Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2025
Έρωτας αρχάγγελος-Δημήτρης Μητροπάνος
Στίχοι:Δημήτρης Λέντζος Μουσική:Χρήστος Λεοντής Σάββατο χαράματα μπρος στην Αχερουσία χόρεψα ζεϊμπέκικο πάνω στην φωτιά βήματα γενέθλια για την αθανασία κι όλες οι αγάπες μου μία ξενιτιά Πήρα από τα μάτια σου λίγο μαύρο χρώμα κι έβαψα τα ρούχα μου μάνα μη με δεις την στερνή κουβέντα σου την θυμάμαι ακόμα σαν χορεύεις μου ’λεγες, να `σαι ο Διγενής Βλέμματα χαράξανε στις μαύρες τις οθόνες κι οι τυφλοί προφήτες προδίδουν τους χρησμούς έρωτας αρχάγγελος σαν τις παλιές εικόνες κι ο χορός του κόσμου ραγίζει τους αρμούς Πήρα από τα μάτια σου λίγο μαύρο χρώμα κι έβαψα τα ρούχα μου μάνα μη με δεις την στερνή κουβέντα σου την θυμάμαι ακόμα σαν χορεύεις μου ’λεγες, να `σαι ο Διγενής Είναι τα τραγούδια μας ηφαίστεια που καίνε σώματα κι αγάλματα βγάζουνε φτερά τα αρχαία πάθη μας και τα φιλιά σου φταίνε κοίτα αναστήθηκα για δεύτερη φορά Πήρα από τα μάτια σου λίγο μαύρο χρώμα κι έβαψα τα ρούχα μου μάνα μη με δεις την στερνή κουβέντα σου την θυμάμαι ακόμα σαν χορεύεις μου ’λεγες, να `σαι ο Διγενής
ΤΗΣ ΞΕΝΗΤΙΑΣ . ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ
ΜΟΥΣΙΚΗ: Μίκης Θεοδωράκης, ΣΤΙΧΟΙ: Ερρίκος Θαλασσινός, ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Γρηγόρης Μπιθικώτσης.
Φεγγάρι μάγια μου ‘κανες και περπατώ στα ξένα είναι το σπίτι ορφανό αβάσταχτο το δειλινό και τα βουνά κλαμένα Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί να πάει στη μάνα υπομονή Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί ένα χελιδονάκι, να πάει να χτίσει τη φωλιά στου κήπου την κορομηλιά δίπλα στο μπαλκονάκι, στείλε ουρανέ μου ένα πουλί να πάει στη μάνα υπομονή Να πάει στη μάνα υπομονή δεμένη στο μαντίλι προικιά στην αδερφούλα μου και στη γειτονοπούλα μου γλυκό φιλί στα χείλη
Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2025
Ενοικιάζεται – Ν. Εγγονόπουλος
Απαγγέλει ο ίδιος ο ποιητής
μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο
παρέδωσε το πνεύμα
η ωραία αθηναία κόρη
ξαπλωμένη στα μεταξωτά χιράμια
— τα ξανθά μαλλιά ξέπλεκα γύρω στην κερένια κεφαλή —
ενώ απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
ακούγονταν
οι καμπάνες της Αγια-Σωτήρας
που βάραγαν
εσπερινό
ως την επομένη ξημέρωνε
η εορτή
του προφήτη Σαμουήλ
σ’ αυτό μέσα το δωμάτιο
συνουσιάστηκαν τα δυο φοβερά τέρατα
κι’ ευφραίνονταν
μ’ αγκομαχητά κι’ άγρια γρυλίσματα
κι’ αγριοφωνάρες
λες και βουργάροι υλοτόμοι
τα βάλανε με θεόρατα ελάτια
ή μάλλον
( κ α λ ύ τ ε ρ ο )
να εγκρεμιζόντουσαν
βουνά
μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο
η γηραιά δέσποινα
πέρασε χρόνια και χρόνια
ανίας :
κουνούσε ανεπαίσθητα τα τρεμάμενα χέρια
προσπαθώντας στο σκοτεινιασμένο
και θολό μυαλό
να ξαναφέρη εικόνας των παλαιών της μεγαλείων
ίσαμε τη μέρα
που με βηματάκια αργά
ξεκίνησε— την εξεκίνησαν —
για το γεροκομείο
μέσα εδώ εγεννηθήκαν τρία παιδιά
— γόνοι τιμίας κι’ ευυπολύπτου οικογενείας —
που χάθηκαν
— τόπο δεν έπιασε κανένας τους —
ο ένας πήγε στην Αμερική
ο άλλος πέθανε κακήν κακώς — μπεκρής —
κι’ ο τρίτος είναι κάπου ακόμη
φαροφύλακας
εδώ — ναι εδώ μέσα : σε τούτο το δωμάτιο —
σκότωσε χέρι άτιμο εκείνο
τον παλληκαρά
«να τιμωρήση — λέει — εν τω προσώπω του την αναρχία»
κι’ έγειρ’ η λεύκα και σωριάστηκε χαμαί
και κείνη η μουντή κηλίδα
του πατώματος
κει πέρα στη γωνιά
είναι το αίμα που ποτάμι χύνονταν απ’ την πληγή
και τίποτα ποτέ
δεν είταν δυνατό
να τηνέ καθαρίση απ’ τα σανίδια
όμως αρκεί ώς εδώ : τί πάω να κάμω ;
πόσο δε θάτανε κοπιαστικό
ίσως κι’ αδύνατο
πάντως ατέλειωτο
και μάταιο ακόμη κι’ ανιαρό
να σημειώσω τώρα με τόση λεπτομέρεια
την ιστορία την ατέλειωτη
αυτού του δωματίου
(άλλοτε έμπαζαν κρεββάτια
άλλοτε τάβγαζαν
άλλοτε κει ήταν σκρίνιο
ύστερα ντουλάπα
έπειτα κασσσέλα
άλλοτε στα παράθυρα είχανε βαρειά παραπετάσματα
άλλοτε τα τζάμια έμεναν γυμνά με μόνα τα παντζούρια
σε κείνη τη γωνιά μια είχανε τα εικονίσματα
άλλες φορές παντού κρέμονταν κάντρα)
να : άνθρωποι κι’ άνθρωποι περάσανε και φύγανε
κι’ άλλοι — πολλοί— εδώ μέσα γεννηθήκαν
κι’ άλλους πάλι εδώ μέσα τους βάλανε στην κάσσα
και τί δεν άκουσαν οι τοίχοι αυτοί
φωνές οδύνης
και φωνές χαράς
είδανε και βαφτίσια
μουγκές απελπισιές
και στεφανώματα
(θα το ξεχνούσα : και πιάνο εδώ μέσα αντήχησε παίζοντας αβρά τη Romance du Mal-Aimé)
έζησα κι’ εγώ — ο γράφων — μέσ’ σε τούτο το δωμάτιο
χρόνια πολλά — φτωχά — κι’ ως πάντα
κι’ εδώ γιομάτος πάθος ασχολήθηκα
με τη ζωγραφική την ποίηση
τη γλυπτική
αλλά και τη φιλοσοφία και τον έρωτα
κι’ έμεινα ώρες καθισμένος
— να καπνίζω —
σε κει δα το παράθυρο
κυττάζοντας
άλλοτε τον ουρανό
κι’ άλλοτε το δρόμο
και τώρα πρέπει — φευ — κι’ εγώ να φεύγω
— δεν αποκλείεται άλλωστε να μου μέλλονται καλύτερα —
πάλι το ενοικιάζουν το δωμάτιο
Το μονόγραμμα – Ελύτης – Καραμπέτη
Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Απαγγελία: Καρυοφιλιά Καραμπέτη
III
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά – κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μεσ’ από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το “τι” και το “ε”
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτα άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.
IV
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς
Πού μ’ αφήνεις, πού πας και ποιός, μ’ ακούς
Σου κρατάει το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα ‘ρθει μια μέρα, μ’ ακούς
Να μας θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα-ένα, μ’ ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δυό μαζί, μ’ ακούς
Η Πόλις – Κ.Π.Καβάφης – Ε.Λαμπέτη – Δ.Χορν
Απαγγελία:
Έλλη Λαμπέτη
Δημήτρης Χορν
Είπες: «Θα πάγω σ άλλη γη, θα πάγω σ’άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ είν’η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ όλην την γη την χάλασες.
Γυναίκα – Ν.Καββαδίας – Γ.Κιμούλης
Ποίηση: Ν. Καββαδία
Απαγγελία: Γ. Κιμούλης
Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.
Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.
Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;
Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα
Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες;
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες
Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.
Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα
Ο Σον Κόνερι απαγγέλλει την Ιθάκη του Καβάφη
O Sean Connery απαγγέλει την Ιθάκη του Καβάφη σε μουσική υπόκρουση Παπαθανασίου.
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.
Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2025
ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ
1.
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
Ηλιοβασίλεμα
Στον Αλέξη Φασιανό
Αυτή η ξαφνική η παγωνιά
μέσα στο καλοκαίρι
θαμπώνουνε της φίλης μου
τα μάτια
λέει: Είμαι
κατάστικτη
από κόκκινο κακό
όμως καθαρή
σαν το ελάφι
τί να κάνω
μακριά από την πηγή;
περνάει ο άλλος
σκοτεινός
με σίδερα
και περικεφαλαία
φωσφορίζοντας
μέσα σ’ ένα κλουβί
κλεισμένος
δίχως δόντια
πώς να ζήσει
κι έξω
ηλιοβασίλεμα
σβήνουνε χαμηλώνουν
οι φωνές των ζώων
ανάποδα πετάν τα περιστέρια
σε ξεχασμένη θάλασσα
γλυκά περνάνε
ψάρια δέντρα λουλούδια
και καΐκια
2.
ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Ηλιοβασίλεμα»
Ὁ ἔρωτάς σου
εἶναι σὰν ἡλιοβασίλεμα˙
ὁ ἥλιος
πέφτει στὰ νερά, ἔρχεται ἡ νύχτα.
Γι’ αὐτὸ θέλω νὰ σὲ ρουφήξω,
νὰ σὲ καταπιῶ,
νὰ διαλυθῶ στὴν ἀμφιλύκη
τοῦ κορμιοῦ σου,
ὅμως καὶ σὺ μὴ στέκεσαι
σὰν ἄγαλμα,
μὴ μοῦ μιλᾶς στὸν
πληθυντικό,
τρύπησε τὸ μεδούλι
μου ὅσο μπορεῖς,
στράγγιξε μὲς στὸ αἷμα μου τὴ μοναξιά
σου.
Βρὲς τρόπους
νὰ
καθυστερήσουμε τὴ νύχτα.
3.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ
ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
Όταν θα έχω ιδεί
το τελευταίο ηλιοβασίλεμα
Στον Τάκη Αντωνίου
Εκείνο που θα ζητούσα, εγώ που ποτέ μου
δεν ζήτησα τίποτα κ’ είναι
πλέον αργά ν’ απλώσω στη γης
το γέρικο χέρι μου, θάταν να μην
ξεχάσω εντελώς. Να μου μείνει εσαεί
μια ιδέα οφθαλμού, ένα ελάχιστο μνήμης
– βεβαιώθηκα πως ο κόσμος που έζησα
δεν ήταν πρόχειρος – να μπορώ να θεώμαι
αν όχι έναν έναστρο κλώνο ουρανού
τουλάχιστο ένα κεραμίδι από το
σπιτάκι που έχτισα σ’ αυτή την κορφή,
σαν έναν μικρό θρόνο μες στον ορίζοντα.
Να μπορώ να θεώμαι ένα πράσινο φύλλο
ή ένα πουλάκι καθισμένο στο κάγκελο
ή και μόνο ένα στίγμα από το
μουσικότατο αυτό ωκεάνιο φως.
Να θεώμαι ίσα-ίσα ένα σοφό
άνθος· ή ένα σοφό μερμηγκάκι
που μέσα στο μόλις ορατό κεφαλάκι του
κουβαλάει την άγνοια μας. Απλώνω
το χέρι προς την ανεξιχνίαστη μοίρα,
αυτήν που τροφοδοτεί τις κυήσεις εντόμων,
φυτών, λουλουδιών με το ενόργανο φως.
Συλλογίζομαι πως μπορεί και να υπάρξουνε
κάποτε αυτοί που θα μάθουνε να μιλούν
και να γράφουν τις γλώσσες τους. Πως υπάρχουνε
κι άλλα λεξιλόγια πλούσια σε σοφία
κι αρθρώσεις μουσικές, που εγώ,
ο πριν και ο έξω απ’ τα μέλλοντα χρόνο,
δεν θάχω γράψει ποιήματα.
Πλούμιτσα ‘80
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ
Για την Αποκατάσταση του Μαύρου
Άσπρη
είναι η αρία φυλή
η σιωπή
τα λευκά κελιά
το ψύχος
το χιόνι
οι άσπρες μπλούζες των γιατρών.
τα νεκροσέντονα
η ηρωίνη
Αυτά λίγο πρόχειρα
για την αποκατάσταση του μαύρου
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Δεκαέξι
χαϊκού
Τοῦτο τὸ ἀκαριαῖον…
ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ
Α΄
Στάξε στη λίμνη
μόνο μια στάλα
κρασί
και σβήνει ο
ήλιος.
Β΄
Στον κάμπο ούτ’
ένα
τετράφυλλο
τριφύλλι·
ποιός φταίει απ’
τους τρεις;
Γ΄
Στον Κήπο του Μουσείου
Άδειες καρέκλες
τ’ αγάλματα
γυρίσαν
στ’ άλλο μουσείο.
Δ΄
Να ’ναι η φωνή
πεθαμένων φίλων
μας
ή φωνογράφος;
Ε΄
Τα δάχτυλά της
στο θαλασσί
μαντίλι
κοίτα: κοράλλια.
ΣΤ΄
Συλλογισμένο
το στήθος της
βαρύ
μες στον
καθρέφτη.
Ζ΄
Φόρεσα πάλι
τη φυλλωσιά του
δέντρου
κι εσύ βελάζεις.
Η΄
Νύχτα, ο αγέρας
ο χωρισμός
απλώνει
και κυματίζει.
Θ΄
Νέα Μοίρα
Γυμνή γυναίκα
το ρόδι που
έσπασε ήταν
γεμάτο αστέρια.
Ι΄
Τώρα σηκώνω
μια νεκρή
πεταλούδα
χωρίς φτιασίδι.
ΙΑ΄
Πού να μαζεύεις
τα χίλια
κομματάκια
του κάθε
ανθρώπου.
ΙΒ΄
Άγονος Γραμμή
Το δοιάκι τί
έχει;
Η βάρκα γράφει
κύκλους
κι ούτε ένας
γλάρος
ΙΓ΄
Άρρωστη Ερινύς
Δεν έχει μάτια
τα φίδια που
κρατούσε
της τρων τα
χέρια.
ΙΔ΄
Τούτη η κολόνα
έχει μια τρύπα,
βλέπεις
την Περσεφόνη;
ΙΕ΄
Βουλιάζει ο
κόσμος
κρατήσου, θα σ’
αφήσει
μόνο στον ήλιο.
ΙΣΤ΄
Γράφεις·
το μελάνι
λιγόστεψε
η θάλασσα
πληθαίνει.
Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2025
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΑΛΑΜΑΣ
ΣΤΑ ΕΙΠΑ ΟΛΑ
Πολλές φορές σου μίλησα Με χρώματα στο στόμα Στο είπα, όσα έμαθα Τα έμαθα με το σώμα Μισός ψυχή μισός κορμί Κι η πείνα μου θηρίο Μισή ζωή σπατάλησα να ζήσουν και τα δύο Όσα κομμάτια κι μπορέσεις να ενώσεις Δεν θα σου φτάσουν μια στιγμή για να με νιώσεις Στα είπα όλα - Φίλα με τώρα Με αγαπούσε το νερό Μα ο ουρανός με ζούσε Κι όταν μετρούσα τι μπορώ Η γη δεν με χωρούσε Κυνήγησα τις ομορφιές Μα μ' έκλεψε η λύπη Οι αλήθειες μου: εσύ όταν κλαις Και της καρδιάς μου οι χτύποι Όσα κομμάτια κι μπορέσεις να ενώσεις Δεν θα σου φτάσουν μια στιγμή για να με νιώσεις Στα είπα όλα - Φίλα με τώρα
Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου Μουσική: Μιλτιάδης Πασχαλίδης Πρώτη εκτέλεση: Σωκράτης Μάλαμας Άλλες ερμηνείες: Μιλτιάδης Πασχαλίδης
ΟΔΥΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
....
Η απειροελάχιστη στιγμή
όπου γευτήκαμε
το κάλλος
και την ενσωματώσαμε
μια για πάντα
μες στην ιδιωτική μας αιωνιότητα.
...
Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2025
Κώστας Ταβουλτσίδης
ΘΑΝΑΤΟ ΖΗΤΗΣΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟ
Μετά
από δυο αποτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας.
Κατάλαβα
ότι αφού θέλω να πεθάνω,
θάνατο
πρέπει να έχω ποιητικό.
Θα
πέσω απ´ τον πέμπτο είπα,
και θα
αφεθώ στα χέρια του θεού.
Αφού
θεός δεν υπάρχει,
έλεγα
με το φτωχό μυαλό μου,
θα
πεθαίνω για μια χίμαιρα, μια καλοστημένη απάτη.
Και ο
θεός με κράτησε στα χέρια του.
Άγνωστο
πώς;
Άγνωστο
γιατί;
Έτσι
στέκομαι μετέωρος,
μεταξύ
τρίτου και τέταρτου.
Άγνωστο
πώς;
Άγνωστο
γιατί;
Άγνωστο
για πόσο;
Και
δοξάζω το θαύμα της ζωής.