Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024

ΕΛΥΤΗΣ

 ( ΟΠΟΥ ΜΑΡΙΝΑ ΓΡΑΦΕ :   . . . . ΙΝΑ )


Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ

του Οδυσσέα Ελύτη

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες

Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας

Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.

Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο

Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Xίμαιρας

Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!

Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου

Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω

Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών

Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

- Μα πού γύριζες;

Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας

Σου ‘λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες

Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων

Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους

Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

 

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη

Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα

Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού

Και τ’ άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα

Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο

Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε

Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του

Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών

Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Άκουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση

Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος

Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας

Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα

Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο

άλλο καλοκαίρι,

Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια

Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,

Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές

Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο.

 

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,

Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας

Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

 

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΠΟΙΗΣΗ

 1.


Η ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΓΕΛΗ


  «  Εγώ είμαι εδώ από αγάπη.  Μη με 

φάτε…..»


Τους είπα.


« Έτσι θα είσαι δικός μας.  Αν σε


 φάμε.  Έτσι αγαπάμε. »


Μου είπαν .


«Να με φάτε με τρυφερότητα τότε … »


Ψιθύρισα.


«Μη σε νοιάζει.  Η πρώτη δαγκωματιά


 πονάει.


Μετά , συνηθίζεις .  Και δεν αισθάνεσαι.


Τίποτα.»

                                ΤΣΙΜΑΡΑΣ ΤΖΑΝΑΤΟΣ


2.Μία συνηθισμένη ιστορία αγάπης


Έσβησαν ξαφνικά οι προβολείς από τα μάτια της

Το φως που με είχε τυφλώσει

κι έβλεπα οπτασίες

αντί για αντικείμενα,

εκλείψεις αντί για σκιές,

απώλεσε τη δύναμή του

Σωματική απουσία

Ψυχική αποστασιοποίηση

Συναισθηματική ουδετερότητα

κάνουν τον έρωτα να χάνει τη μαγεία του

και το πάθος να συρρικνώνεται

σαν το δέος που έγινε δεσμός

και μάτωσε τις φλέβες της καρδιάς

Όπως τα σκυλιά

που κουνάνε την ουρά τους

χωρίς ποτέ να την πιάνουν

έτσι κι εγώ κυνηγούσα για χρόνια

μιά κολοβή ευτυχία

μιά χίμαιρα εφηβικών παραμυθιών

μιά ένωση σωμάτων και ψυχών

χωρίς προϋποθέσεις

Κι όμως

νίκησε η αυτονομία της φιλοδοξίας ]

και η δυναμική της ρήξης

Νίκησαν οι υπηρεσιακές ανάγκες

και οι οικογενειακές υποχρεώσεις

Νίκησε η σιωπή του tablet

και τα χρώματα της τηλεόρασης

Νίκησαν οι απωθήσεις

για τις ζάρες στα χέρια

και για τα χάπια στο συρτάρι

Νίκησε η οικονομική επιβίωση

την ερωτική συμβίωση

Νίκησαν άπαντες

και ουδείς φαίνεται να καταλαβαίνει

γιατί εγώ αισθάνομαι ηττημένος

αφού τελικά όλα πάνε καλά.

 

 Γιάννης Πανούσης


3.  Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΟΥ

Πώς να προλάβεις να γράψεις Ιστορία
όταν σε σκοτώνουν στα 30 σου
πριν καταλάβεις τον κόσμο
και δεν είσαι κάποιος ήρωας, ο ΜεγΑλέξανδρος ή ο Χριστός;
Πώς να προλάβεις να συμπληρώσεις την ιστορία σου
όταν παθαίνεις σοβαρό έμφραγμα στα 50 σου
βάζεις φρένο στα όνειρα και στις φιλοδοξίες σου
ενώ πίστευες ότι είσαι άτρωτος κι ανίκητος;
Πώς να προλάβεις να σβήσεις την ιστορία σου
όταν βαδίζεις στα 80 σου
σ’ έχουν αφήσει μόνο, ανήμπορο κι ανυπεράσπιστο
κι εσύ αναζητάς στιγμές θριάμβου
από ένα εξαρχής χαμένο παιχνίδι;

 Γιάννης Πανούσης


Τετάρτη 3 Ιουλίου 2024

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

ΕΛΥΤΗΣ : ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

 ΤΡΙΤΗ ,7 β   

ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΤΗΝ ΕΙΔΑ να 'ρχεται καταπάνω μου. Φορούσε

 παπούτσια πάνινα και προχωρούσε αλαφρή κι ασπρόμαυρη.  Ως

 κι ο σκύλος πίσω της , βουτούσε ως τα  μισά μέσα στο μαύρο.


Γέρασα να περιμένω , αλήθεια.


Κι είναι τώρα πολύ αργά για να καταλάβω πως όσο εκείνη

 προχωρούσε , τόσο το κενό μεγάλωνε , κι ότι δεν επρόκειτο να

 συναντηθούμε ποτέ.


  ΠΕΜΠΤΗ , 2 β


ΚΑΠΟΥ ΚΛΑΙΝΕ και θολώνει μεριές μεριές ο αέρας.

Η Σιθωνία  χάθηκε , την καλύψανε τα νερά .


Είναι κάτι φοβερά γεγονότα που όλο μου τ΄ αφαιρεί ο 

Θεός και ο νους όλο πάλι μου τα προσθέτει.


Κάτι πράσινο μέσα μου αλλά μαυριδερό που οι σκύλοι 

το αλυχτάνε.


Και μια θάλασσα φερμένη από πολύ μακριά , μυρίζοντας

ακόμη αυγό του Κύκνου.