Τετάρτη 26 Μαρτίου 2025

Κική Δημουλά

 


ΕΛΥΤΗΣ

 1.  Του μικρού βοριά


Του μικρού βοριά παράγγειλαΝα 'ναι καλό παιδάκιΜη μου χτυπάει πορτόφυλλα και στο παραθυράκιΓιατί στο σπίτι π' αγρυπνώΗ αγάπη μου πεθαίνειΚαι μες στα δάκρυα την κοιτώΠου μόλις ανασαίνει
Γεια σας περβόλια, γεια σας ρεματιέςΓεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιέςΓεια σας οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοίΓεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί
Με πνίγει το παράπονοΓιατί στον κόσμο αυτόναΤα καλοκαίρια τα 'χασα κι έφτασα στον χειμώναΣαν το καράβι π' άνοιξεΤ' άρμενα κι αλαργεύειΘωρώ να χάνονται οι στεριές κι ο κόσμος λιγοστεύει
Γεια σας περβόλια, γεια σας ρεματιέςΓεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιέςΓεια σας οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοίΓεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί
Γεια σας περβόλια, γεια σας ρεματιέςΓεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιέςΓεια σας οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοίΓεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης Τραγούδι: Ντόρα Γιαννακοπούλου



2. "Ισόβια Στιγμή" , ένα απόσπασμα

Πιάσε την αστραπή στο δρόμο σου, άνθρωπε·
δώσε της διάρκεια· μπορείς!
Από τη μυρωδιά του χόρτου,
από την πύρα του ήλιου πάνω στον ασβέστη,
από το ατέρμονο φιλί,

να βγάλεις έναν αιώνα·



Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

4 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΞΑΡΧΑΚΟΥ

  1ΒΑΛΕ ΚΙ ΑΛΛΟ ΠΙΑΤΟ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ


Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι, βγάλε από την πόρτα το κλειδί, το παιδί ξανάρχισε να παίζει, το κανάρι πάλι κελαηδεί... Βάλε κι άλλη αγάπη στο τραπέζι, κάποιος πονεμένος θα βρεθεί, το παιδί ξανάρχισε να παίζει το κανάρι πάλι κελαηδεί... Άνοιξε στο φως το παραθύρι, δέσε μια κορδέλα στα μαλλιά, βάλε το λουλούδι στο ποτήρι, να γεμίσει η κάμαρη ευωδιά... Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι, βγάλε από την πόρτα το κλειδί, το παιδί ξανάρχισε να παίζει, το κανάρι πάλι κελαηδεί...


Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος Ερμηνεία: Βίκυ Μοσχολιού


2. Σαββατόβραδο Στην Καισαριανή




Το απομεσήμερο έμοιαζε να στέκειΣαν αμέξι γέρικο στην ανηφοριάΚάθ' απομεσήμερο στο κρύφο μας στέκιΠίσω απ'το μαγέρικο του Δεληβοριά
Κι όλα μοιάζαν ουρανόςΚαι ψωμί οπιτίσιοΌλα μοιάζαν ουρανόςΚαι γλικό γλυκό ψωμί
Τάχα τι να ζήλεψαν στα χλωμά σου μάτιαΠου 'γιωμαν τ' απόβραδο γλύκα πρωινήΉρθαν και βασίλεψαν τα βαθιά σου μάτιαΚάποιο Σαββατόβραδο στην Καισαριανή
Κι όλα γίναν κεραυνόςΠελαγίσια αρμύραΚι όλα γίναν κεραυνόςΚαι πικρό πικρό ψωμΙ

Σύνθεση: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης


3.ΜΑΤΙΑ ΒΟΥΡΚΩΜΕΝΑ

Σάββατο 22 Μαρτίου 2025

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

 



Πάρε με Σαν δυο φωτάκια βραδινού αεροπλάνου, τα δυο σου μάτια και χαράζουν τον αέρα. Η αγκαλιά σου είναι η σκάλα του Μιλάνου κι εγώ απόψε έχω επίσημη πρεμιέρα. Πάρε με, πάρε με, μέσα σου να κρυφτώ, σα να μην έζησα πριν απ' το βράδυ αυτό. Θέλω να δω το πρόσωπό σου ανθισμένο, να με φιλάς όλη τη νύχτα, όσο αντέξεις. Σα φλιπεράκι γελαστό, ξετρελλαμένο, σου δίνω ακόμα μία μπίλια για να παίξεις. Πάρε με, πάρε με, μέσα σου να κρυφτώ, σα να μην έζησα πριν απ' το βράδυ αυτό. Κι ύστερα ξάπλωσε κοντά μου και κοιμήσου, εγώ θα πιάσω μια γωνίτσα στο κρεβάτι. Όχι πως έχω το κλειδί του παραδείσου, μα σ' αγαπώ κι αυτό νομίζω είναι κάτι.


Δίσκος: Χαιρετίσματα Μουσική: Βασίλης Παπακωνσταντίνου Στίχοι: Αφροδίτη Μάνου Copyright: 1987 Δισκογραφική εταιρία: Minos

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

21 ΜΑΡΤΗ : ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

 

 

Οδυσσέας Ελύτης

1.    Γεγονός του Αυγούστου

 

Έφερνα γύρους μες στον ουρανό και φώναζα

Με κίνδυνο ν’ αγγίξω μιαν ευτυχία

Σήκωσα πέτρα και σημάδεψα μακριά

Μιλημένη από τον ήλιο η Μοίρα

Έκανε πως δεν έβλεπε

Και το πουλί του κοριτσιού πήρ’ ένα ψίχουλο θαλάσσης
    και αναλήφτη.

 

2.  Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης

 

Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα

Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση

Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο

Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος

Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη

στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.

Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα

Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν

Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους

Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.

Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.

Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου

Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια

Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ – τί γύρευα

Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα

Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;

Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου

τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.

Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα

Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα

Ἦταν ἡ ὀδύνη

Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη

φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.

Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία

Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.

Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες – Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες

Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια

Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ

χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.

Σ᾿ ἄφησα τότες

Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια

Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω

Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.

Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό

Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει

Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας

Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.

 

Κωνσταντίνος Καβάφης

1.    Μονοτονία

 

Την μια μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι —
η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Aυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει. 


 Che fece .... il gran rifiuto

 

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τό ‘χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του. 

 

Γιώργος Σεφέρης

 Ερωτικός λόγος

 Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.
ΠΙΝΔΑΡΟΣ

                                Α'

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.

                                Β'

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια...
Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό

ξεκίνημά της... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί...
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να 'σουν εσύ που θα 'φερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν' ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ' ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού...

Η νύχτα να 'ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

                                Γ'

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη·
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

»Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στον κόρφο μου τ' αστέρια.

»Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

»Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου...»

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

...Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς...

                                Δ'

Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές...

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

                                Ε'

Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να 'ναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά

τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.

 

 Φυγή

Δὲν ἦταν ἄλλη ἡ ἀγάπη μας
ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε
ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ
ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι
ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε
νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.

Ἡ ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε
σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν
νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε
μὲ τόσο πάθος.

Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε
μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες
κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα
ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου
κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη
μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε
μέσα στὴ φυγή.

 


ΤΡΙΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΕ ...ΤΣΙΓΑΡΟ

 


Ένα πιτσιρίκι είναι ξαπλωμένο μες στα χορταράκια παραπονεμένο. Θέλει να φουμάρει ένα τσιγαράκι, μα δεν έχει φράγκο, είναι μπατιράκι. Του 'ρθε μια ιδέα, κάπου να τη στήσει όποιος κι αν περάσει τσιγάρο να ζητήσει. Μα κακή του τύχη λίγο παραπάνω στη γωνιά τον δρόμου τρακάρει πολιτσμάνο. Κάνει το κορόιδο, ζούλα τον κοιτάει και με κόλπο έξυπνο τόνε χαιρετάει. Δίχως να τα χάσει το πιτσιρικάκι, απ' τον πολιτσμάνο ζητάει τσιγαράκι


Το πιτσιρικάκι '' (1961) ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΣΑΟΥΣΑΚΗΣ ( Αργύρη Νικολέσκο - Γιώργου Ροβερτάκη ) LP - Πρόδρομος Τσαουσάκης (1975)




Τσιγάρο ατέλειωτο

 Αλκίνοος Ιωαννίδης, Σωκράτης Μάλαμας, και Χάρις Αλεξίου ‧



Θα περπατήσω μοναχός κι αυτό το βράδυ μήπως και βρω της λησμονιάς σου το νερό και σε υπόγεια σκοτεινά θα βρω σημάδι μ' ένα ποτήρι ως της αυγής τον πανικό Τσιγάρο ατέλειωτο βαρύ η μοναξιά μου μοιάζει γυναίκα κουρασμένη απ' το δρόμο ρίχνει το γέλιο της και κάθεται κοντά μου κερνάει τα επόμενα και με χτυπάει στον ώμο Σ' ένα ποτήρι με φυτίλι αναμμένο βλέπω τα μάτια σου και κλαίω σιωπηλά και το μυαλό μου που είναι πάλι θολωμένο στριφογυρνά των τραγουδιών σου τη θηλιά Τσιγάρο ατέλειωτο βαρύ η μοναξιά μου μοιάζει γυναίκα κουρασμένη απ' το δρόμο ρίχνει το γέλιο της και κάθεται κοντά μου κερνάει τα επόμενα και με χτυπάει στον ώμο

Στίχοι: Γιώργος Αθανασόπουλος Μουσική: Σωκράτης Μάλαμας Πρώτη εκτέλεση: Σωκράτης Μάλαμας
















 

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2025

ΤΡΙΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 


Κώστας Καρυωτάκης


ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ

 

Τότε λοιπόν αδέσποτο θ' αφήσω
να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου.
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου
το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.

 

Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,
και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου.
«Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου»
θα πω στον τελευταίο που θ' αντικρύσω.

 

Οταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,
η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
-- πρώτη φορά -- σε τέσσερων τον ώμο.

 

 

Υστερα, και του βίου μου την προσπάθεια

αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει

ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.

 


ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ


της Άννα Αχμάτοβα

 

Αφού έτσι κι’ αλλιώς θα έρθεις –  γιατί όχι τώρα;

Σε περιμένω – μού είναι πολύ βαρύ.

Έσβησα το φως και  άνοιξα τη πόρτα

Για σένα, τόσο απλός κι’ εκθαμβωτικός.

Πάρε γι’ αυτό όποια θωριά σού πάει,

Όρμησε σαν  χειροβομβίδα φαρμακερή

Η τρύπωσε μ’ ένα μέταλλο,  με τη μαστοριά μπουκαδόρου,

Η σκόρπα δηλητήριο με τύφου χτικιό.

Η μ’ ένα παραμύθι πού επινόησες

Πού το ξέρουμε όλοι μέχρι κορεσμό, –

Ότι θα έβλεπα του νόμου το μπλε πηλίκιο

Και τη  οικοκυρά από το φόβο πελιδνή.

Για μένα τώρα τίποτα δεν αλλάζει. Κυλά ο Γιενισέϊ,

Φωτοβολεί το πολικό αστέρι.

Και το θάμβος το γαλάζιο ματιών αγαπημένων

Ο τρόμος ο έσχατος το αμαυρώνει.


 

Ν Ε Κ Ρ Η  Ζ Ω Ν Η


του Άρη Αλεξάνδρου

 

Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεχτικός

όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο

που κουβαλάς στον ώμο.

Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα

μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων

μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.

Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια

κι όσο μπορείς μη σκύβεις

για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα.

Βάδιζε πάντα σταθερά

σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του.

Να εκμεταλλεύεσαι

κάθε λάμψη απ’ τις ριπές των πολυβόλων

για να κρατάς σωστόν τον προσανατολισμό σου

πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων.

Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις

σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού

εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου.

Προς το παρόν, να ’σαι πολύ προσεχτικός

όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο που κουβαλάς στον ώμο.

 


Χριστίνα Οικονομίδου

 

Προσευχή


Μ’ αρέσει τρελά να κάνω έρωτα
ακούγοντας τον Ιμάμη να ψέλνει,
μου φαίνεται πως έτσι
εισβάλλω παράνομα
σ’ έναν Παράδεισο που δεν μου έχουν πιστώσει.

Αγαπώ, την υγρασία των χειλιών σου
και την ξηρασία της ερήμου.

-όταν γίνομαι χτες σε γεννώ
σε μια ιχνογραφία ευτυχίας.

Τα χωριά της πατρίδας μας
είναι στήθη μεστά
που βυζαίνουν τ’ ανήλικα πάθη.

Κι όταν φτάσει η μπόρα στην πόρτα μας
και οι βόμβες γκρεμίζουν τους τοίχους,
καθώς κλαίω γυμνή σ’ ένα όνειρο
σε πιστεύω.

ψηλαφώντας τα τραύματα,
διανύοντας, με την καρδιά,
την απόσταση
από το αυτονόητο ως το μη περαιτέρω

τότε, Άγγελέ μου,
ξέρω πια πώς να ξεδιψώ
πίνοντας αλμυρό νερό

εγγεγραμμένη ως άπατρις
στον ελάχιστο-άπειρο
χώρο
που μας παραχωρούν.

Αμήν.