1. ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
Η περιφραστική πέτρα
Μίλα.
Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:
«ἄδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πές:
«θὰ δοῦμε»,
«ἀστάθμητο»,
«βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.
Μίλα.
Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.
Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
πὲς
«δὲν ἄκουσα».
Μίλα.
Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη
αἴσθηση,
λύπη
ὁλόκληρη
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.
Μίλα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα,
νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.
Τα μάτια σου
είναι δυο κλειστά παράθυρα
το μεσημέρι και τα χείλια σου
σαν κάποιες σιωπές κοπώσεως
τα πεύκα στο
λόφο σταμάτησαν
την πνοή του ανέμου
και στα μαλλιά σου ακινητούνε μνήμες
αναπαύονται τα πουλιά…
3.ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
Υπόγειο τρένο
Κι έπειτα τα
χρόνια θα περάσουν
όγκοι βουνών και πέτρας θα παρεμβληθούν
θα ξεχαστούνε όλα
όπως ξεχνιέται το καθημερινό φαΐ
που μας κρατάει ορθούς.
Όλα, έξω από κείνη τη στιγμή
που μέσα στο συνωστισμό του υπόγειου τρένου
κρατήθηκες στο μπράτσο μου.
4. ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΤΣΙΚΑΝΗΣ
Διαπίστωση
Γερνάω καλά·
με τ’ αυλάκια του χρόνου
πάνω μου.
Πολλές οι πληγές.
Να, αυτή εδώ είναι δική σου·
μεγάλη
σαν το μαχαίρι σου.
Ρόδο αμάραντο
Όταν εσύ
χαθείς
μέσα στο θάμπος της νυχτιάς
κόκκινο τριαντάφυλλο
στο στήθος μου
θ’ ανοίξει
‒λαβωματιάς ανθός
που στο ρυάκι της πληγής
θα πίνει
να δροσίζεται
αντί νερό, το αίμα.
Απόγνωση
Τότε
οι κρίνοι δάκρυσαν
κι οι πανσέδες έγειραν λυπημένοι
στο βάζο της απόγνωσης
βλέποντας πως δεν είχε
πού να πάει
πια.
Ανατροπή
Η πόλη κομμένη
στα δυο
από την έρημη λεωφόρο.
Μια μηχανή
μόνο
βρυχάται στην άσφαλτο.
Η γειτονιά σωπαίνει·
άδεια ορχήστρα
νοτισμένη απ’ τη βροχή.
Ψυχή πουθενά
ίχνος ανθρωπιάς έξω
κι απόψε
μέχρι που σε
είδα.
Κύκνειο άσμα
Το φεγγάρι
μάτωσε
κι απόψε
απ’ την απουσία σου.
Ύστερα πνίγηκε·
ναυαγός
στ’ άγρια κύματα.
Άλικα
τώρα
τα νερά
και η απορία
στο «γιατί;»
των αθώων της απέναντι όχθης
αναπάντητη.
Ξημερώνει.
Επιστρέφω
αργά
-σωστός γυμνοσάλιαγκας-
στο άδειο καβούκι μου.
Το σκληρό φως του ήλιου
καίει ό,τι απέμεινε απ’ το κουφάρι μου
πάνω στην άμμο.
Λευκό κοχύλι
πια
παιγνίδι των αφρών
στο έρημο ακρογιάλι
προσμένοντας κάποιο χέρι να με πάρει
ένα πέλμα να με συνθλίψει
έστω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου