ΤΡΙΤΗ ,7 β
ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΤΗΝ ΕΙΔΑ να 'ρχεται καταπάνω μου. Φορούσε
παπούτσια πάνινα και προχωρούσε αλαφρή κι ασπρόμαυρη. Ως
κι ο σκύλος πίσω της , βουτούσε ως τα μισά μέσα στο μαύρο.
Γέρασα να περιμένω , αλήθεια.
Κι είναι τώρα πολύ αργά για να καταλάβω πως όσο εκείνη
προχωρούσε , τόσο το κενό μεγάλωνε , κι ότι δεν επρόκειτο να
συναντηθούμε ποτέ.
ΠΕΜΠΤΗ , 2 β
ΚΑΠΟΥ ΚΛΑΙΝΕ και θολώνει μεριές μεριές ο αέρας.
Η Σιθωνία χάθηκε , την καλύψανε τα νερά .
Είναι κάτι φοβερά γεγονότα που όλο μου τ΄ αφαιρεί ο
Θεός και ο νους όλο πάλι μου τα προσθέτει.
Κάτι πράσινο μέσα μου αλλά μαυριδερό που οι σκύλοι
το αλυχτάνε.
Και μια θάλασσα φερμένη από πολύ μακριά , μυρίζοντας
ακόμη αυγό του Κύκνου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου