Πέμπτη 20 Μαρτίου 2025

ΤΡΙΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 


Κώστας Καρυωτάκης


ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ

 

Τότε λοιπόν αδέσποτο θ' αφήσω
να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου.
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου
το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.

 

Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,
και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου.
«Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου»
θα πω στον τελευταίο που θ' αντικρύσω.

 

Οταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,
η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
-- πρώτη φορά -- σε τέσσερων τον ώμο.

 

 

Υστερα, και του βίου μου την προσπάθεια

αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει

ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.

 


ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ


της Άννα Αχμάτοβα

 

Αφού έτσι κι’ αλλιώς θα έρθεις –  γιατί όχι τώρα;

Σε περιμένω – μού είναι πολύ βαρύ.

Έσβησα το φως και  άνοιξα τη πόρτα

Για σένα, τόσο απλός κι’ εκθαμβωτικός.

Πάρε γι’ αυτό όποια θωριά σού πάει,

Όρμησε σαν  χειροβομβίδα φαρμακερή

Η τρύπωσε μ’ ένα μέταλλο,  με τη μαστοριά μπουκαδόρου,

Η σκόρπα δηλητήριο με τύφου χτικιό.

Η μ’ ένα παραμύθι πού επινόησες

Πού το ξέρουμε όλοι μέχρι κορεσμό, –

Ότι θα έβλεπα του νόμου το μπλε πηλίκιο

Και τη  οικοκυρά από το φόβο πελιδνή.

Για μένα τώρα τίποτα δεν αλλάζει. Κυλά ο Γιενισέϊ,

Φωτοβολεί το πολικό αστέρι.

Και το θάμβος το γαλάζιο ματιών αγαπημένων

Ο τρόμος ο έσχατος το αμαυρώνει.


 

Ν Ε Κ Ρ Η  Ζ Ω Ν Η


του Άρη Αλεξάνδρου

 

Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεχτικός

όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο

που κουβαλάς στον ώμο.

Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα

μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων

μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.

Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια

κι όσο μπορείς μη σκύβεις

για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα.

Βάδιζε πάντα σταθερά

σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του.

Να εκμεταλλεύεσαι

κάθε λάμψη απ’ τις ριπές των πολυβόλων

για να κρατάς σωστόν τον προσανατολισμό σου

πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων.

Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις

σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού

εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου.

Προς το παρόν, να ’σαι πολύ προσεχτικός

όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο που κουβαλάς στον ώμο.

 


Χριστίνα Οικονομίδου

 

Προσευχή


Μ’ αρέσει τρελά να κάνω έρωτα
ακούγοντας τον Ιμάμη να ψέλνει,
μου φαίνεται πως έτσι
εισβάλλω παράνομα
σ’ έναν Παράδεισο που δεν μου έχουν πιστώσει.

Αγαπώ, την υγρασία των χειλιών σου
και την ξηρασία της ερήμου.

-όταν γίνομαι χτες σε γεννώ
σε μια ιχνογραφία ευτυχίας.

Τα χωριά της πατρίδας μας
είναι στήθη μεστά
που βυζαίνουν τ’ ανήλικα πάθη.

Κι όταν φτάσει η μπόρα στην πόρτα μας
και οι βόμβες γκρεμίζουν τους τοίχους,
καθώς κλαίω γυμνή σ’ ένα όνειρο
σε πιστεύω.

ψηλαφώντας τα τραύματα,
διανύοντας, με την καρδιά,
την απόσταση
από το αυτονόητο ως το μη περαιτέρω

τότε, Άγγελέ μου,
ξέρω πια πώς να ξεδιψώ
πίνοντας αλμυρό νερό

εγγεγραμμένη ως άπατρις
στον ελάχιστο-άπειρο
χώρο
που μας παραχωρούν.

Αμήν.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου