Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2024

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ - ΡΟΥΚ . 2

 


Η ΑΛΟΤΡΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΞΗΣ

Η σάρκα έγινε σελίδα

το δέρμα χαρτί

το χάδι έννοια αφηρημένη

το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου.

Αλήθεια, πώς να περιγράψω

τη φύση όταν μ’ έχει εγκαταλείψει

και μόνο στην πρεμιέρα του φθινοπώρου

θυμάται να με προσκαλέσει καμιά φορά;

Ελπίζω να βρω το θάρρος

μια τελευταία επιθυμία να εκφράσω:

γδυτό ένα ωραίο αρσενικό να δω

να θυμηθώ, σαν τελευταία εικόνα

να κουβαλώ το ανδρικό σώμα

που δεν είναι ύλη

αλλά η υπερφυσική ουσία του μέλλοντος.

Γιατί αυτό θα πει ηδονή:

ν’ αγγίζεις το φθαρτό

και να παραμερίζεις τον θάνατο.

 

ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ

 

Είμαι η Γυναίκα και μου φόρτωσαν νωρίς την Ηθική

-δήθεν με νίβουν μ’ ανομήματα αιώνων-

Κι εγώ, ιέρεια στης Λαγνείας τη σπονδή

Εκάτη, Αστάρτη, ηδονών μα και δαιμόνων

σε μιαν αντίληψη του κόσμου αρσενική.

 

Είμαι η Γυναίκα και μου φόρτωσαν καιρό την Ενοχή

-δεν έχουν οι αμαρτίες μιαν όψη μόνον.

Κι εγώ, στου Ανήθικου δοσμένη τη σπουδή,

με μίση και κατάρες τόσων χρόνων,

στα φαύλα και στα κρείττω η πηγή,

 

είμαι η Γυναίκα, που παλεύει την πληγή…

 

 

ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ

 

Αρσενικός είσαι

και δεν εισχωρείσαι· 

όμως εγώ όλες σου τις θηλυκές τρύπες

βιάζω, σε σπρώχνω

προς τα μέσα τοὐ εαυτού σου

με το δάχτυλο, τη γλώσσα,

απλά εξαρτήματα τής ανημποριάς μου.

Ανταλλάσσουμε υποδοχές

κι ό,τι χάθηκε ξαναβρίσκεται

γάργαρο στα βάθη·

μες στην καρύδα τού κορμιού

ανατρέπονται οι ρόλοι

πλέουμε ανάσκελα στο πηχτό της γάλα...

Ω. εσύ, που ᾿σαι μακρύς

σαν τη φλογέρα που ξέχασε

ο Θεός κάτω απ᾿ τη λεύκα

στη φούρια τής καταστροφής,

θέλω να σε κατακτήσω

από τα μέσα

εκεί που ξεκινάνε οι στοχασμοί σου

οι χυμοί σου όλοι...

Ασεβής προς το άνθος,

λέω και μέσα τεχνητά

θα χρησιμοποιήσω για να βρεθώ

κάτω απ᾿  το  θόλο του σώματός σου,

να δροσιστώ στη σκιά

τοὐ εσωτερικού ναού σου,

ως το μέρος το μυστικό

απ᾿  όπου αναβλύζουν

φρέσκες κάθε πρωί,

οι δικαιολογίες

τοὐ τέλειου σαρκίου σου,

πριν ξεσπάσουν σε ομορφιά.

 

Ο ΥΠΝΟΣ

 

Τα όνειρα απλώνονται

επάνω μας τη νύχτα

μ’ όλο τον τρόμο της ζωής

με σφίγγεις με φωνάζεις

πνιγμένοι π’ αγκαλιάζονται

στο τελευταίο κύμα.

Φανταχτερή κουρτίνα

η ομορφιά που λατρέψαμε

τραβιέται μες στη νύχτα

απεικονίζεται στο μαύρο

η απειλή γύρω απ’ τα σώματα

κι όλες οι πράξεις

π’ αφήσαμε μισές τη μέρα

ξανάρχονται να μας αποτελειώσουν

στο σκοτάδι.

Μακαρίζω τους νευρωτικούς

τους φοβισμένους

που μι’ αμυχή, μια σκιά, μια υποψία

τους κυριεύει το μυαλό.

Εγώ δεν έχω παρά το θάνατο

απλό, καθαρό, στρογγυλό

μια βεβαιότητα

που κάθεται στο στήθος.

Κοιμάσαι δίπλα μου

με το αρυτίδωτό σου πρόσωπο

σαν ανοιξιάτικο πανί

που πλέει μες στον ύπνο.

Σε αγγίζω

κι όπως η ανάσα σου δροσερή

χαϊδεύει τη σκέπη του ονείρου

ακόμα λίγο ήλιο παίρνω, λίγο νερό

πριν μες στο κώμα αρχίσει

ατέρμονη η επιστροφή

στις ρίζες του φθαρτού.

 

ΟΤΑΝ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

 

Όταν κατεβαίνεις μετά τον έρωτα

 

ζυγιάζεσαι, ώρες σε κοιτώ

 

να περνάς μια-μια τις σφαίρες

 

του ορατού

 

και ξέροντας την Κόλαση

 

να ξαναγυρίζεις στη γη.

 

Τα μπλε και τα αεράκια

 

μισοπεθαίνον στα δάχτυλά σου

 

τ’ ακουμπάς στο πραγματικό

 

εκεί που ήσουνα για μια στιγμή

 

το κέντρο.

 

Έχεις τον πειρασμό ακόμα

 

στη στάση της κεφαλής

 

να μη θελχθείς

 

να μη δοκιμάσεις κανέναν

 

συγκεκριμένο θάνατο

 

αλλά αιώνια να περιμένεις

 

να γίνει η άρνηση καλό

 

και το καλό η παύση.

 

Σε κατεβάζουν τα σκοινιά

 

σιγά-σιγά από ψηλά

 

είσαι το όνειρο

 

και μόνο εσύ ξέρεις

 

πόσο πονάει η αγάπη

 

η αγάπη της ύλης

 

μόνο εγώ ξέρω

 

πως κάποτε ήσαν ένα

 

και τα δυο, φως και χώμα

 

μες στο νερό το μέσα.

 

Κάθε φορά μπορεί να είναι η τελευταία

 

ίσως να μείνεις πίσω πια

 

με τις λίγες ψυχές

 

που καρτερούν το άδειο

 

να τους δοθεί, να τις δεχθεί

 

να γίνει το σπέρμα νόημα

 

στον κυκλικό αέρα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου